Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΟΥ ΠΕΥΚΟΥ.

Η κατάρα του πεύκου του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877-1940) «Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο; Γιατί; Γιατί;» Αγέρας θα ’ναι, λέει ο Γιάννης και περπατεί. Ανάβει η πέτρα, το λιβάδι βγάνει φωτιά. Να ’βρισκε ο Γιάννης μια βρυσούλα, μια ρεματιά! Μες το λιοπύρι, μες στον κάμπο να ένα δεντρί... Ξαπλώθη ο Γιάννης αποκάτου, δροσιά να βρει. Το δέντρο παίρνει τα κλαριά του και περπατεί! Δεν θ΄ ανασάνω, λέει ο Γιάννης, γιατί, γιατί; «Γιάννη, πού κίνησες να φτάσεις;» «Στα δυο χωριά.» «Κι ακόμα βρίσκεσαι δω κάτου; Πολύ μακριά!» «Εγώ πηγαίνω, όλο πηγαίνω. Τι έφταιξα εγώ; Σκιάζεται ο λόγκος και με φεύγει, γι' αυτό είμαι δω. Πότε ξεκίνησα; Είναι μέρες... για δυο, για τρεις... Ο νους μου σήμερα δε ξέρω, τ' είναι βαρύς». «Να μια βρυσούλα, πιε νεράκι να δροσιστείς». Σκύβει να...