ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ
.jpg)
Θά πενθώ πάντα μ’ ακούς; γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχος Μια στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα Μέ το δριμύ του μαύρου του θανάτου. ΙΙ. Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τα χρόνια που έρχονται Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’ άλλα πού πέρασαν Εάν είναι αλήθεια Μιλημένα τα σώματα καί οί βάρκες πού έκρουζαν γλυκά Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά Τά "πίστεψέ με" και τα "μή" Μια στόν αέρα μια στή μουσική Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας Πού γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το ένα στό άλλο Η γλάστρα μέ το δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες Καί τα κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί Πάνω απ’ τίς ξερολιθιές, πίσω άπ’ τούς φράχτες Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού Κι έτρεμες τρεις φορές το μώβ τρεις μέρε...